πλουτος

πλουτος
    πλοῦτος
    ὅ богатство
    

(ὄλβος τε π. τε Hom.; ἀρχαὴ καὴ πλοῦτοι Plat.)

    τῶν πλούτων ἄριστος Eur. — лучшее из сокровищ;
    π. χρυσοῦ Her. — золотые сокровища;
    ὅ ἐν τῇ ψυχῇ π. Xen. — духовное богатство


Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "πλουτος" в других словарях:

  • πλοῦτος — 1 wealth masc nom sg πλοῦτος 2 neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πλοῦτος — wealth masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλούτος — I Γιος της Δήμητρας και του Ιασίωνα, θεός της ευφορίας των αγρών και γενικά του πλούτου. Συχνά ταυτίζεται με τον θεό του Άδη Πλούτωνα. Ο γλύπτης Κηφισόδοτος στο διάσημο σύμπλεγμά του τον παριστάνει ως βρέφος στην αγκαλιά της Ειρήνης, αλλά ο… …   Dictionary of Greek

  • πλούτος — ο 1. αφθονία αγαθών στην κατοχή ατόμου ή ατόμων ή χώρας: Έχουν μεγάλο πλούτο. 2. μτφ., αφθονία διανοητικών ή συναισθηματικών στοιχείων: Ο πλούτος της πνευματικής ζωής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ἀπὸ λεπτῆς κρόκης ὁ πᾶς οὗτος πλοῦτος ἀπήρηται. — См. Висит на нитке …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • πλούτους — πλοῦτος 1 wealth masc acc pl πλού̱τους , πλοῦτος 2 neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πλούτω — Πλοῦτος wealth masc nom/voc/acc dual Πλοῦτος wealth masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλούτω — πλοῦτος 1 wealth masc nom/voc/acc dual πλοῦτος 1 wealth masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πλοῦτε — Πλοῦτος wealth masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλοῦτε — πλοῦτος 1 wealth masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πλοῦτοι — Πλοῦτος wealth masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»